| Κριτικές
Κριτική του Κώστα Γεωργουσόπουλου για το Κολιέ της Ελένης
Φετίχ και ταμπού Αν μάκρυνα την εισαγωγή είναι για να ειδοποιήσω τον προσεχή θεατή του έργου «Το κολιέ της Ελένης» της Καρόλ Φρεσέτ, που παίζεται με επιτυχία στο «Τρένο στο Ρουφ» από την πάντα πρωτότυπη σε δραματολογικές ανακαλύψεις Τατιάνα Λύγαρη.
Η Καναδή συγγραφέας, που τίμησε με την παρουσία της μάλιστα την πρεμιέρα του έργου, έχει γράψει ένα αφοπλιστικά απλό δράμα κριτικής των ηθών, αλλά στο βάθος του ο καθένας ευαίσθητος άνθρωπος θα μπορούσε να διακρίνει μια καίρια και σχεδόν τραυματική ανάλυση των σύγχρονων ηθών, των νοοτροπιών και των τρεχουσών αξιών του πολιτισμού μας.
Το κυρίαρχο θεωρητικό ερώτημα απ΄ όπου ξεκινά για να καταλήξει η συγγραφέας είναι: Ποια είναι τα ταμπού και τα φετίχ του δυτικού πολιτισμού; Τι επενδύει σ΄ αυτά, γιατί επικαλείται τη δύναμή τους και πώς υφίσταται την απώλειά τους ή την προσβολή τους ή την απαξίωσή τους;
Η σύγχρονη επιστήμονας από τον «πεπολιτισμένο» κόσμο μετέχει σ΄ ένα επιστημονικό συνέδριο για το περιβάλλον σε μια από τις πολυτάραχες πολυεθνικές, πολυθρησκευτικές χώρες της Εγγύς Ανατολής, πιθανόν το Λίβανο. Στις τουριστικές της περιπλανήσεις στην πρωτεύουσα χάνει το κολιέ της, όχι ιδιαίτερα ακριβό, αλλά επενδυμένο με συναισθηματικές και άλλες συμβολικές σημάνσεις προσωπικής ιστορίας. Αγκιστρωμένη πάνω στη συναισθηματική του συμβολική, με όλες τις προκαταλήψεις του ατομικού μας βίου, παρ΄ όλη την ορθολογιστική επιστημονική της πανοπλία, με εμμονή, πανικό, βιώνοντας σωρευτικά την απώλεια και αναζητώντας το στα μέρη που επισκέφτηκε, συναντά τη ζωή, τις επενδύσεις, τα τραύματα και τα άλλα ταμπού και φετίχ του ντόπιου πολιτισμού. Δύο συστήματα αξιών, δύο τρόποι ζωής, δύο συναισθηματικά τοπία συγκρούονται, αλληλοπεριχωρούνται και οι αξίες του καταναλωτικού πολιτισμού της Δύσης γελοιοποιούνται. Οι επενδυμένες στα φτηνά φετίχ ιδέες ξεγυμνώνονται όταν αντιπαρατίθενται με τον φόνο, τη φτώχεια, την ανεργία, την πείνα. Όταν οι εκατέρωθεν προσδοκίες του βίου, οι επιθυμίες, οι ανάγκες συγκρίνονται κατ΄ αντιμολίαν, ο κόσμος μας δεν είναι απλώς αστείος, γελοίος, φτηνός, είναι αλαζονικά, επηρμένα υβριστικός, αλλά η Υβρις του δεν οδηγεί στην τραγωδία και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ούτε μετάνοια ούτε κάθαρσις παθών. Είναι συνταρακτικά απλό, όπως όλα τα πυρηνικά συμπυκνωμένα νοήματα που περιέχουν μεγατόνους εκρηκτικής ύλης γεγονότα.
Λιτές συναισθηματικές φορτίσεις Η Τατιάνα Λύγαρη είχε στη διάθεσή της μιαν έξοχη μετάφραση της Μαρίας Ευσταθιάδη, είχε πάντα τη λιτή εικαστική παρέμβαση της Ντόρας Λελούδα, την περιεκτική κίνηση της Ζωής Χατζηαντωνίου, τους φωτισμούς του Βλασόπουλου, το περιβάλλον με τα βίντεο της Μαριάννας Στραπατσάκη. Και είχε τη σκηνοθετική ευαισθησία που έπρεπε να εξαντληθεί σε μετρημένες, λιτές συναισθηματικές φορτίσεις για να αποφευχθεί πάση θυσία το μελό που καιροφυλακτεί. Και τα κατάφερε. Δίδαξε τον εαυτό της, σε μια από τις πληρέστερες και λιτότερες ερμηνείες της, και τους δύο ηθοποιούς που συμπλήρωναν τη διανομή σωστές δόσεις εντάσεων και προσεγγίσεων, καχυποψίας και έλξεως, δυσπιστίας και κατανόησης. Εκτός λοιπόν από την πράγματι συνταρακτική δική της μεταμόρφωση, ο Βαγγέλης Ρόκκος σχεδιάζει με τρόπο αποκαλυπτικό τους ρόλους που υποδύεται αναδεικνύοντας ένα σπάνιας ευαισθησίας ταλέντο με έξοχη εξωτερική και εσωτερική τεχνική.
Η Ανατολή Αθανασιάδου συνθέτει ένα μικρό πολύτιμο υποκριτικό διαμαντάκι πάνω στο μοτίβο του πένθους, της απώλειας, της πίστης και του κισμέτ.
Τα πάθη των άλλων Η ηρωίδα της Φρεσέτ ταράζεται, διά του πάθους μαθαίνει με τη διαφορά πως η μάθησή της είναι τα πάθη των άλλων. Η Κάθαρσή της είναι φιλανθρωπική, συναισθηματική και ελεήμων. Φτάνει;
Είναι μια πρόκληση για σκέψη ώστε να ευοδωθεί το μήνυμαάτεγκτο ερώτημα του έργου: «Μπορούμε να ζούμε άλλο έτσι;».
ΤΑ ΝΕΑ Κώστας Γεωργουσόπουλος |